Αποδοτικότητα έναντι ακρίβειας
Της Ελένης Καλλέα*
Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), με τις 24 επίσημες γλώσσες της, αντιμετωπίζει μια συνεχή πρόκληση: τη διασφάλιση απρόσκοπτης πολυγλωσσικής επικοινωνίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων, των φορέων χάραξης πολιτικής και των πολιτών. Η μηχανική μετάφραση, που υποστηρίζεται από την τεχνητή νοημοσύνη, έχει γίνει ένα ουσιαστικό εργαλείο για την επεξεργασία τεράστιου όγκου νομικών και πολιτικών εγγράφων. Μπορεί η μηχανική μετάφραση να επιτύχει τη σωστή ισορροπία μεταξύ ταχύτητας και αξιοπιστίας ή εγκυμονεί κινδύνους για την ακεραιότητα της νομοθεσίας της ΕΕ;
Ενίσχυση της ταχύτητας και της προσβασιμότητας
Τα εργαλεία μετάφρασης με χρήση τεχνητής νοημοσύνης επιτρέπουν στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, στους νομικούς εμπειρογνώμονες και στους πολίτες να έχουν άμεση πρόσβαση σε νομοθετικά κείμενα και πολιτικά έγγραφα στη γλώσσα που προτιμούν σχεδόν αμέσως. Σε αντίθεση με την ανθρώπινη μετάφραση, η οποία μπορεί να διαρκέσει μέρες ή εβδομάδες ανάλογα με την πολυπλοκότητα του κειμένου, η μηχανική μετάφραση επεξεργάζεται κείμενα σε δευτερόλεπτα, βελτιώνοντας σημαντικά την αποτελεσματικότητα της ροής εργασίας.
Επιπλέον, η μηχανική μετάφραση επιτρέπει σε μικρότερα θεσμικά όργανα, επιχειρήσεις και φορείς της κοινωνίας των πολιτών της ΕΕ να ασχοληθούν με νομικά κείμενα που διαφορετικά θα ήταν απρόσιτα λόγω γλωσσικών φραγμών. Σε μια πολυγλωσσική ένωση, όπου οι καθυστερήσεις στην επικοινωνία μπορεί να επιβραδύνουν τη λήψη αποφάσεων, αυτά τα εργαλεία χρησιμεύουν ως κρίσιμη γέφυρα μεταξύ της πολιτικής και των πολιτών.
Κίνδυνοι ασάφειας & νομικές ασυνέπειες
Ωστόσο, η ταχεία απόδοση ενός κειμένου μέσω μηχανικής μετάφρασης έχει ως πιθανό κόστος την έλλειψη ακρίβειας. Σε αντίθεση με την καθημερινή γλώσσα, τα νομικά έγγραφα με την περίπλοκη ορολογία και τα πολιτικά έγγραφα γεμάτα ιδιωματικές εκφράσεις, απαιτούν απόλυτη ακρίβεια.
Για παράδειγμα, οι νομικοί όροι σε μια γλώσσα μπορεί να μην έχουν άμεσο ισοδύναμο σε μια άλλη. Τα μοντέλα μετάφρασης που χρησιμοποιούν τη τεχνητή νοημοσύνη, βασίζονται σε στατιστικά πρότυπα, επομένως μπορούν να παράγουν διφορούμενες ή παραπλανητικές ερμηνείες. Αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο κατά τη σύνταξη νομοθεσίας, όπου η σαφήνεια και η ομοιομορφία μεταξύ των γλωσσών είναι πρωταρχικής σημασίας.
Επιπλέον, η νομοθεσία της ΕΕ συχνά ενσωματώνει διακριτικές παραπομπές σε υπάρχουσες συνθήκες, νομολογία ή νομικές θεωρίες, τις οποίες η τεχνητή νοημοσύνη ενδέχεται να μην ερμηνεύει σωστά. Αυτό δημιουργεί κίνδυνο ασυνέπειας μεταξύ των γλωσσικών εκδόσεων νομικών κειμένων, υπονομεύοντας την ασφάλεια που επιδιώκει να εδραιώσει το δίκαιο της ΕΕ. Εάν τα νομικά κείμενα διαφέρουν ως προς το νόημα μεταξύ των γλωσσών, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε διαφωνίες και επιπλοκές στην επιβολή σε εθνικό επίπεδο.
Η ανθρώπινη εποπτεία ως διασφάλιση
Παρά τα πλεονεκτήματα της μετάφρασης που βασίζεται στη τεχνητή νοημοσύνη, η ανθρώπινη τεχνογνωσία παραμένει αναντικατάστατη στα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Οι επαγγελματίες μεταφραστές και οι γλωσσομαθείς νομικοί διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην αναθεώρηση και τη βελτίωση των κειμένων, διασφαλίζοντας ότι συμμορφώνονται με τα νομικά πλαίσια της ΕΕ και τα πρότυπα γλωσσικής ακρίβειας. Έτσι, αντί να κατηγορείται συχνά ότι αντικαθιστά τους μεταφραστές, η μηχανική μετάφραση θα πρέπει να θεωρείται ως βοηθητικό εργαλείο.
Τελικά, το μέλλον της πολύγλωσσης χάραξης πολιτικής της ΕΕ βρίσκεται σε μια υβριδική προσέγγιση: αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης για ταχύτητα, αλλά διατήρηση της ανθρώπινης εποπτείας για την διασφάλιση της νομικής ακρίβειας και σαφήνειας. Καθώς η μηχανική μετάφραση εξελίσσεται, πρέπει να καθοδηγείται από γλωσσική και νομική τεχνογνωσία για να εξυπηρετεί πραγματικά τις ανάγκες ενός πολυγλωσσικού νομικού συστήματος.

*Η Ελένη Καλλέα είναι σύμβουλος με έδρα τις Βρυξέλλες. Διαθέτει εξειδίκευση στις δημόσιες υποθέσεις, την τεχνολογία και τις επικοινωνία στην ΕΕ. Επιπλέον, είναι κάτοχος πιστοποίησης στη Προστασία Δεδομένων. Έχει σπουδάσει Νομική και κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο στην Επιστήμη της Μετάφρασης και MSc στη Μηχανική Συστημάτων Πληροφοριών και Επικοινωνιών. Το διεπιστημονικό της υπόβαθρο περιλαμβάνει το δίκαιο, την τεχνολογία, την προστασία δεδομένων, την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο και τις ψηφιακές επικοινωνίες, με ιδιαίτερη έμφαση στην ευρωπαϊκή πολιτική και τα ψηφιακά δικαιώματα.